Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Πώς πιέστηκε ο Μεταξάς για να πει το «ΟΧΙ»

ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

«Alors, c' est la guerre» (πόλεμος, λοιπόν), υπήρξε η απάντηση στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι που επέδωσε ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Emanuele Grazzi, στον Ελληνα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά στις 28 Οκτωβρίου 1940. Με το τελεσίγραφο αυτό η φασιστική κυβέρνηση του Μπενίτο Μουσολίνι ζητούσε να της επιτραπεί να καταλάβει στρατιωτικά αδιευκρίνιστο αριθμό ελληνικών περιοχών ως «εγγύηση ουδετερότητας της Ελλάδας».


Ο Ιωάννης Μεταξάς ενώ ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο.Πώς όμως φτάσαμε στο σημείο να επιτίθεται ένα φασιστικό κράτος σε ένα άλλο παρόμοιας ιδεολογίας; Γιατί η Ελλάδα είχε μετατραπεί από το 1936 σε κράτος φασιστικό. Οπως έγραφε ο Μεταξάς στο Προσωπικό του Ημερολόγιο, «η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου κράτος αντικομμουνιστικό. Κράτος αντικοινοβουλευτικό. Κράτος ολοκληρωτικό».

Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Μεταξάς δεν βρέθηκε στο ίδιο στρατόπεδο με τους ομοϊδεάτες του Γερμανούς ναζί και Ιταλούς φασίστες» μπορεί να δοθεί με την κατανόηση των εσωτερικών συνθηκών που οδήγησαν στη δικτατορία και το πλέγμα της εξάρτησης από τις μεγάλες δυνάμεις.

Η παλινόρθωση της μοναρχίας

Η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας έως και το 1936 χαρακτηριζόταν κυρίως από τη θανάσιμη σύγκρουση των φιλομοναρχικών δυνάμεων με τους βενιζελικούς και σε μικρότερο βαθμό από την εμφάνιση ενός μαχητικού εργατικού κινήματος που είχε ως καθοδήγηση το φιλοσοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα.


Η ρήξη στην οποία θα έρθει ο Ελ. Βενιζέλος με τους πρόσφυγες του '22, δηλαδή με την κύρια εκλογική του βάση, θα λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων με την επιστροφή των φιλομοναρχικών στην εξουσία και την παράδοση της εξουσίας στον Μεταξά

Η ρήξη στην οποία θα έρθει ο Ελ. Βενιζέλος με τους πρόσφυγες του '22, δηλαδή με την κύρια εκλογική του βάση, θα λειτουργήσει ως καταλύτης των εξελίξεων. Εκχωρώντας με τη Συνθήκη της Αγκυρας (Οκτώβρης του 1930) τα δικαιώματα επί των εγκαταλειφθεισών ιδιοκτησιών των προσφύγων στο εθνικιστικό τουρκικό κράτος, θα εγκαταλειφθεί από μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων του, με αποτέλεσμα να χαθεί η δεκαετής πολιτική κυριαρχία των φιλελευθέρων. Μετά τις εκλογές του 1932 οι φιλομοναρχικοί θα επανέλθουν με αξιώσεις στην πολιτική ζωή και με τις εκλογές του 1933 το Λαϊκό Κόμμα με τον Τσαλδάρη θα σχηματίσει κυβέρνηση. Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά θα λάβει μόλις το 1,6% των ψήφων. Οι φιλομοναρχικοί, που επιστρέφουν έπειτα από μακρά απουσία από την πολιτική διακυβέρνηση, είναι εμποτισμένοι με ακραίο φανατισμό.


Το αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα των βενιζελικών του Μαρτίου του 1935 θα επιτρέψει την πλήρη πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία των φιλομοναρχικών. Η εκκαθάριση του στρατού και του κρατικού μηχανισμού από τους φιλελεύθερους θα ανοίξει το δρόμο στις πλέον αντιδραστικές δυνάμεις του τόπου. Η παλινόρθωση της μοναρχίας στις 3 Νοεμβρίου του 1935 υπήρξε αποτέλεσμα των μεθοδεύσεων του βρετανικού παράγοντα και των βίαιων και παράνομων πράξεων του Κονδύλη. Στο πρόσωπο του μονάρχη Γεωργίου Β' η ελληνική κοινωνία θα αποκτήσει έναν πιστό εντολοδόχο της βρετανικής πολιτικής και έναν εγγυητή των βρετανικών συμφερόντων.

Οι Βρετανοί στηρίζουν το φασισμό

Η αποκατάσταση του φιλομοναρχικού μηχανισμού στο κράτος και το στρατό έδινε στον Γεώργιο Β' τη δυνατότητα πλήρους πολιτικο-στρατιωτικού ελέγχου. Οι εκλογές του 1936, στις οποίες επικράτησαν και πάλι οι μοναρχικοί, και η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για να βρεθεί μια λειτουργική λύση στη διακυβέρνηση έδωσε την ευκαιρία στον Γεώργιο Β' να επιβάλει ένα ελεγχόμενο απολύτως απ' αυτόν αυταρχικό καθεστώς μέσω του Ιωάννη Μεταξά, αρχηγού του ασήμαντου Κόμματος των Ελευθεροφρόνων.

Μέσω του Γεωργίου η εξάρτηση από τη Μεγάλη Βρετανία ήταν αδιαμφισβήτητη. Η βρετανική ηγεσία ελάχιστη σημασία έδινε στον ιδεολογικό προσανατολισμό των εξαρτημένων απ' αυτή χωρών. Σε έγγραφα του Foreign Office που δημοσίευσε ο Γ. Κολιόπουλος φαίνεται σαφώς από μια δήλωση του υπουργού Εξωτερικών, σερ Antony Eden, ότι καθόλου δεν ενδιέφερε τη Βρετανία η ιδεολογία των καθεστώτων που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής της.

Ακριβώς αυτό το πλαίσιο ερμηνεύει το γεγονός ότι ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς ιδεολογικά βρισκόταν στην ίδια όχθη με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι, γεωπολιτικά ανήκε στο φιλοβρετανικό στρατόπεδο. Κατά συνέπεια η αντιπαλότητα του φασιστικού Αξονα με την Ελλάδα ήταν δεδομένη, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής συνάφειας και των προσωπικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του Μεταξά και του Χίτλερ.

Οι απαιτήσεις των ναζί

Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική του παρασκηνίου που είχε προηγηθεί και του αναγκαστικού μονοδρόμου της ελληνικής απάντησης στην επιθετική ενέργεια των Ιταλών είναι η ανακοίνωση του Ιωάννη Μεταξά «προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον» στις 30 Οκτωβρίου 1940, όπου παρουσίασε την πραγματική κατάσταση και τις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί με τον Αξονα. Μεταξύ των πολλών που ανέφερε είναι τα εξής:

«Μη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγωμε... Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον... Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν του Αξονος μού εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν"...


»Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας... Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Ελληνας στοργή του Χίτλερ ήτο αι εγγυήσεις ότι αι θυσίαι αυταί θα περιωρίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν". Οταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορούσε να είναι αυτό το ελάχιστον τελικώς, μας εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν, δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς τη Βουλγαρίαν, ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς.

»Δηλαδή θα έπρεπε: διά να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των...».

* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός,http://kars1918.wordpress.com/


Μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΟΓΙΑΤΖΗ*

Πολλοί διανοούμενοι δήλωσαν παρόντες στην «Πνευματική Επιστράτευση», σε πλαίσιο καθορισμένο από τη δικτατορία και με άξονες κοντινούς στις αναζητήσεις τους

Η απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου από τον Ι. Μεταξά, κωδικοποιημένη στο «Οχι», και σήμερα ακόμη προκαλεί αντιπαραθέσεις: είπε (ή γιατί είπε) το «Οχι» ο Μεταξάς; Μια «κεντροδεξιά» ερμηνεία, στηριγμένη στη ρήξη του Μεταξά με τους κατ' αυτήν δήθεν ομοϊδεάτες του, βρήκε στο «Οχι» τον αντιφασισμό του. Μια αντίστοιχη «κεντροαριστερή» διακήρυξε ότι «το Οχι το είπε ο Λαός», εξαναγκάζοντας το δικτάτορα να εκφράσει παρά τη θέλησή του το λαϊκό αντιφασισμό.

Απαντήσεις καθορισμένες από τη μεταπολεμική απαξίωση του φασισμού μάλλον επιβάλλουν πολυπλοκότερη θέαση της εποχής. Δύο στοιχεία αυτής της πολυπλοκότητας αναφέρονται εδώ. Πρώτον, ότι η σημασία του φιλοβρετανικού προσανατολισμού της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν πρέπει να υπερτονίζεται στην ερμηνεία του «Οχι». Είναι γνωστή, τονίζει ο Mark Mazower στη «Σκοτεινή Ηπειρο», η άποψη Βρετανών πολιτικών, όπως οι Τσόρτσιλ και Τσάμπερλεν, για το ασύμβατο μεσογειακών λαών-δημοκρατίας. Συνεπώς, η συμμαχία με τη Βρετανία δεν καθιστούσε αυτομάτως κάποιον αντιφασίστα. Εξάλλου, ο Γιώργος Σεφέρης, που λόγω θέσης κάτι παραπάνω γνώριζε, έγραφε στο «Χειρόγραφο Σεπ. '41» ότι οι άνθρωποι του (φασιστικού κατ' αυτόν) καθεστώτος δεν αναφέρονταν καν σε πόλεμο εναντίον του Αξονα, αλλά εναντίον ή της Ιταλίας ή των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Δεύτερον, ότι ο ιταλικός φασισμός ήταν ένα μόνο είδος του φασιστικού γένους. Η ναζιστική Γερμανία ήταν ένα άλλο, και εύκολα τεκμηριώνονται σχέσεις και συγγένειες της δικτατορίας με αυτή. Και δεν εννοούμε μόνο επιτελικά στελέχη δεδηλωμένου φιλοναζιστικού προσανατολισμού, όπως ο συνομιλητής του Γκέμπελς, Κώστας Κοτζιάς, ο εκλεγείς με την καραμανλική ΕΡΕ Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, που συμμετείχε, όπως αναφέρει ο Mogens Pelt, στα σεμινάρια της Gestapo με στόχο την καταστολή του κομμουνισμού, ή η Σίτσα Καραϊσκάκη που μετέφερε στην Ελλάδα τεχνογνωσία από τη θητεία της στο ναζιστικό υπουργείο Προπαγάνδας. Ούτε καθεστωτικούς διανοουμένους, όπως ο Ευάγγελος Κυριάκης, μεταφραστής του ναζί Otto Dietrich, ή τους υμνητές ποικίλων όψεων του εθνικοσοσιαλισμού Αχιλλέα Κύρου, Δημήτριο Βεζανή, Δημοσθένη Στεφανίδη, Ηλία Κυριακόπουλο και Ευάγγελο Λεμπέση. Ούτε την ΕΟΝ και τη ρητορική της εθνικής αναγέννησης/παλιγγένεσης.

Οι ανταγωνισμοί

Εννοούμε τις στενές οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο καθεστώτων στην αλληλεξάρτησή τους με πολιτικούς υπολογισμούς, όπως τις περιγράφει ο Mogens Pelt στο «Tobacco, Arms and Politics» (1998). Επρόκειτο για συνάρτηση πολλών μεταβλητών: οι ανταγωνισμοί Γερμανίας-Βρετανίας, Γερμανίας-Σοβιετικής Ενωσης, Ιταλίας-Βρετανίας και Ιταλίας-Γερμανίας για τα Βαλκάνια, που οδήγησαν στην εγκεκριμένη από τον Χίτλερ θέση ότι πλέον συμφέρουσα για το Ράιχ ήταν η ελληνική ουδετερότητα (χωρίς να αποκλείεται η ελληνική συμμαχία με τον Αξονα). Η ελληνική ανησυχία για τις απορριπτόμενες από τους Γερμανούς ιταλικές αξιώσεις, που αφ' ενός εγγράφονταν στις ενδοφασιστικές διενέξεις, αφ' ετέρου ωθούσαν το καθεστώς να εξασφαλίσει αυτάρκεια στην πολεμική προετοιμασία. Και τέλος, την έλλειψη ρευστότητας αμφοτέρων των μερών, η οποία δυσχέραινε την πραγμάτωση των εξοπλιστικών τους προγραμμάτων.

Η συνισταμένη βρέθηκε στη σχεδόν αποκλειστική υποστήριξη του ελληνικού προγράμματος από τη γερμανική πολεμική βιομηχανία στο πλαίσιο των οικονομικών «συμφωνιών συμψηφισμού» (clearings): οργανικά ενταγμένη στο ναζιστικό «Τετραετές Πλάνο» και τη θεωρία του «Εκτεταμένου Οικονομικού Χώρου», αφορούσε την παράδοση οπλισμού και παροχή τεχνογνωσίας στην ελληνική πολεμική βιομηχανία. Ετσι, εταιρείες συνδεδεμένες με την παραγωγή πυρομαχικών, όπως το «Ελληνικό Πυριτιδοποιείο-Καλυκοποιείο» του Πρόδρομου Αθανασιάδη-Μποδοσάκη και η «Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων» της οικογένειας Κανελλόπουλου, ο γόνος της οποίας Αλέξανδρος ήταν κυβερνητικός επίτροπος της ΕΟΝ, ενισχύθηκαν περαιτέρω. Ο Μποδοσάκης κατέστη κεντρικός πυλώνας του ελληνικού εξοπλιστικού προγράμματος και του γερμανικού σχεδίου για μια Ελλάδα-πλατφόρμα εξαγωγής γερμανικών όπλων από όπου θα εισέρρεαν στα ταμεία του Ράιχ -και τα ελληνικά- σκληρό νόμισμα και χρυσός: η πώληση όπλων από τον Μποδοσάκη στους αντιπάλους του ισπανικού Εμφυλίου με έγκριση Μεταξά και σιωπηρή συγκατάθεση Γκέρινγκ αποτέλεσε μόνο μία όψη αυτών των διασταυρούμενων επιδιώξεων.

Αλλαγή φυσιογνωμίας

Οταν, λοιπόν, ο Μεταξάς επιζήτησε προστασία από την ιταλική επιθετικότητα, διέθετε βάσιμα επιχειρήματα, πέραν της ιδεολογικής συμπάθειας την οποία ο Γκέμπελς δεν αμφισβητούσε, η γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα επικύρωνε και ο Αμερικανός πρεσβευτής Mac Veagh βεβαίωνε, παρατηρώντας ανήσυχος την ενίσχυση του Μεταξά μετά το 1938. Στο «Οχι», συνεπώς, δεν συνέβαλαν μόνο πατριωτικές έγνοιες ούτε βέβαια ο αντιφασισμός, αφού αυτό δεν συνεπαγόταν ιδεολογικές εκπτώσεις, αλλαγή της φυσιογνωμίας του καθεστώτος ή συρρίκνωση του μελλοντικού του ορίζοντα. Σε αυτό το συμπέρασμα συντείνουν δύο στοιχεία: πρώτον, ότι και μετά την κήρυξη του Πολέμου συνεχίζονταν οι επαφές με τη ναζιστική Γερμανία προκειμένου να παρέμβει στην ελληνοϊταλική σύγκρουση. Δεύτερον, η απογοήτευση Μεταξά για την αδικαιολόγητη στάση των Χίτλερ-Μουσολίνι έναντι της Ελλάδας, μολονότι πληρούσε τις φασιστικές προδιαγραφές.

Ωστόσο, ο πειρασμός να διερευνηθεί η «απώλεια» αυτής της πολυπλοκότητας παραμένει. Χωρίς πρόθεση οριστικής απάντησης και με ανοικτό το ερώτημα της ευρύτερης υποστήριξης των διανοουμένων στον Μεταξά συγκριτικά με τον Ε. Βενιζέλο, παρατηρείται ότι η πίστωση του «Οχι» στον «Αρχηγό» εντοπίζεται ήδη στην εποχή της δικτατορίας και του πολέμου. Εκεί βρίσκει κανείς και τους οργανωτές της προπαγάνδας Αρίστο Καμπάνη και Θεολόγο Νικολούδη, προϊστάμενο του Σεφέρη, και τη μεταγενέστερα στρατευμένη στην Αριστερά Ρίτα Μπούμη-Παππά, σύζυγο του Ανδρέα Παππά, τακτικού αρθρογράφου στο μεταξικό «Το Νέον Κράτος». Στο ποίημά της «28η Οκτωβρίου 1940» η Μπούμη-Παππά συμπύκνωνε ιδανικά τη σχετική σύλληψη: «"Οχι!" φωνάζει ο Αρχηγός σαν Αθηναίος αρχαίος/ και τ' "Οχι" από το στόμα του ταρπάξανε δρομαίοι/ οι άνεμοι οι ελληνικοί παντού να το κηρύξουν/ και σε μια ώρα η Ελλάς σύμπασα φώναξε "ΟΧΙ"». Ανάλογης έμπνευσης ήταν το κείμενο του Μάρκου Αυγέρη, μετέπειτα στελέχους των ΕΑΜ/ΚΚΕ, στο περιοδικό της ΕΟΝ «Νεολαία» με τίτλο «Εσωτερικός διάλογος. "Να ο λαός σου"».

Πολλοί διανοούμενοι δήλωσαν παρόντες στην «Πνευματική Επιστράτευση», σε πλαίσιο καθορισμένο από τη δικτατορία και με άξονες κοντινούς στις αναζητήσεις τους. Στο «Ανώτατον Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον της Πνευματικής Επιστρατεύσεως» συμμετείχαν μεταξύ άλλων οι Κωστής Μπαστιάς, Αχιλλέας Κύρου, Νίκος Κιτσίκης, πρόεδρος του ΤΕΕ επί Βενιζέλου, πρύτανης του ΕΜΠ επί Μεταξά και μεταπολεμικά βουλευτής της ΕΔΑ. Στα «Μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής επί κεφαλής τομέων» ο Γιώργος Σεφέρης, ο κορπορατιστής βενιζελικός Λέων Μακκάς, ο θεολόγος Νικόλαος Λούβαρις, εξέχον μέλος των δωσιλογικών κυβερνήσεων, ο Παντελής Πρεβελάκης και η Σοφία Γεδεών.

Στις υπό την εποπτεία τους περιοδείες/ομιλίες εντοπίζει κανείς επίλεκτα μέλη της συντηρητικής διανόησης και όχι μόνο: Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Στίλπων Κυριακίδης, Θρασύβουλος Βλησίδης, που το 1943 τυγχάνει υπότροφος της ναζιστικής Γερμανίας, ο Νικόλαος Λούρος, ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος, ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης της εμφυλιακής «Χριστιανικής Ενωσης Επιστημόνων». Επίσης, τους Ιωάννη Κακριδή, Κωνσταντίνο Δημαρά με ομιλία για «Το νόημα της Ελευθερίας», τον Αγγελο Σικελιανό για «Το βαθύτερο νόημα της Πνευματικής Επιστρατεύσεως», τον Φαίδωνα Κουκουλέ σχετικά με το «Διατί ενικήσαμεν και διατί θα νικήσωμεν». Αν μη τι άλλο, η ιστορία της συγκρότησης του «Οχι» δεν υπολείπεται σε ενδιαφέρον εκείνη της ρήσης του.

* Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ και συγγραφέας της μελέτης «Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940)», εκδ. Ευρασία 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: