Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Άδεια καλοκαίρια

Τάσος Βούτσας

Ντάλα μεσήμερο. Τότες π´ακόμα υπήρχανε στό χωριό ανταγωνιστικά κοτέτσα.

Η κυρά Νίτσα νά καμαρώνει γιά τά δίκροκα αυγά κι η κυρά Ζόζα νά κακιώνει μέ το δικό της. ´´Μά τί στρόφο έχουνε μονάχα κακαρίζουνε πού νά μή σώσουνε..´´Κι αν πείς γιά φροντίδα τού κόκορα. Από τό καλύτερο καλαμπόκι καί σκληρό στάρι ολημερίς ντερλίκωνε. Απλά πράματα. Καθημερνά. Τά ρολόγια δίνανε τόν αργό ρυθμό τής μέρας. Κανείς δέ βιάζονταν. Μονάχα ο κυρ Μανώλης, ο ψαρράς από τή Χαλκίδα ξελαρυγγιαζότανε: «Ψάρια ψάρια εδώ ο καλός ο γάβρος ,η μαρίδα, εδώ η ζωντανή σαρδέλα ...»

Μή καί τού περσέψουνε καί πάρουνε δρόμο. Νά χορτάσουνε όλες οι αλανιάρες γάτες τού μαχαλά του. Πάγο αγόραζε πάντα κανά δυό οκάδες θρύψαλα από τό Παγοποιείο τού καπτα Λουκά.Κοντά στό μεγάλο γήπεδο. Δεξιά από τά γύφτικα κονάκια. Άλλη ιστορία κι αυτός. Από τή γέφυρα τού βαποριού νά χαρακώνει τίς φρέσκες παγοκολώνες. Κάποια απαγοήτεψη τούπανε οι φαρμακόγλωσσες από τό πάνω μαχαλά. Ακόμα καί κάποια σοκολαμέντα πού άρπαξε σ´ενα μακρινό λιμάνι στήν αραπιά. Από μιά τοιούτη. Κάρμεν την ελέγανε. Χώρια πού παρά λίγο νά τη στεφανωθεί κιόλα. Νά γίνει ο Περίγελως τού χωριού. Μά μέ τή πουτάνα ευγενικό παιδί, χώρια καί πρώτος μαθητής τόν ξομπλιάζανε οι αργόσχολοι στό κάτω καφενέ.

• Από τό Δημοτικό την έβαλε στό μάτι. Έτσι χτικιάρης καί λιγνός πού νά τονε τηράξει. Προσπάθαγε μοναχά νά παίρνει από τή δασκάλα του, τή Δοντού, μπράβο μέ δέκα καί τόνο. Ωσπου κάποιο δειλινό έκαμε τή φιγούρα του απάνω σέ μιά ολόλευκη διακοσοπενηντάρα Vespa Lambretta. Σιγά μήν ήτανε δικιά του. Μέ τά χίλια παρακάλια τού τή δάνεισε ο θειός του ο Θεοδόσης. Πρωτοφόρετα Ελβιελλα μέ κάτασπρες λαστιχένιες σόλες κι απάνω μπλέ λινό ύφασμα. Παγαίνανε όλα ασορτί.
Ντάλε κουάλε πούλεγαν κάποιοι ξενόγλωσσοι. Μά κι αυτή η ακατάδεχτη, κόρη γιατρού βλέπεις δέ γύρναγε τό βλέφαρο νά τον τηράξει. Ένα γνέψιμο. Τιποτες.
Κοντά στήν έχτη χρονιά, στό πρώτο πέτρινο Δημοτικό σχολειό, ένα πρωινό, δέ φάνηκε πουθενά.
Μήτε κι οι κολλητές της φίλες, η Τότα κι η αξαδέρφη του η Άννα τού τό μαρτύρησαν. Ξέρανε δά τό κρυφό Νταλκά του. Ξενητεύτηκαν οικογενειακώς γιά καλύτερες σπουδές καί μεγαλεία στή μακρινή Heidelberg. Αργότερα διαδώθηκε ότι σά τέλειωσε τό Γυμνάσιο τήνε αρραβωνιάσανε μ´ενα πλούσιο, γεροπαραλή. Τό Fritz.

• Από τότες αυτείνα η βαθειά λαβωματιά τόν έριξε νά στήνει καλοφτιαγμένες ξόβεργες, νά παραφυλάει τά δειλινά στό καρτέρι γιά τις αγριόπαπιες καί τά μπεκατσίνια. Νά ονειρεύεται διαφυγές απάνω σέ μηχανές τού χρόνου μέ όνειρα πού βάσταγαν όσο κι η ουρά απόνα πεφταστέρι. Μέ τούτα καί μέ άλλα ανομολόγητα ονείρατα βαστιώχτηκε στή ζωή. Μέσα από τό μονοπάτι τής λογικής στέριωσε κι ένα επάγγελμα νά βγάζει τό ψωμί του. Οικογένεια δέ στέριωσε. Αλλά γίνηκε επίτροπος στή διπλανή εκκλησιά. Ολα κι όλα. Θεοσεβούμενος χριστιανός.

• Κάποιο βράδυ τον ξύπνησε ο Νεωκόρος μέσα στήν ταχυπαλμία από τό ξάφνιασμα.
Λαχανιασμένος τού φώναξε: «Ο καθείς καί τά όπλα του. Η δική τους η πείνα θά φαρμακώσει καί τό δικό μας χαρανί..»

Αργότερα έβγαλε τό κακό χαμπέρι:. Εψές μετά τόν Εσπερινό εφτά κακομούτσουνοι μέ Kalasnikoff συλήσανε τή Μονή τού Σαγματά. Πηδήξανε από τό πέτρινο μαντρότοιχο, δέσανε τούς καλογέρους καί τόν Άγιο Ηγούμενο Νεκτάριο πιστάγγωνα. Αδειάσανε τό ξύλινο παγγάρι καί πήρανε στήν ομηρία ένα αμούστακο Διάκο. Τό Φιλάρετο. Ωσότου μέ τή φοβέρα τούς παράδωσαν οτι οικονομίες βάσταγαν για νά ταίσουνε κοντά στις πενήντα οικογένειες, τώρα μέ τήν καινούργια Πανούκλα. Τήν οικονομική κρίση. Τήν ανεργία καί τή φτώχεια ολωνόνε. Μά κι αυτοί οι Αντίχριστοι δέ σεβάστηκαν τό σχήμα καί τήν Αγιοσύνη τού Γούμενου Νεκτάριου. Κάποιοι χωριανοί τον απαντήσανε καταμεσίς στή Κωπαίδα, κοντά στό Στροβίκι δίπλα από τό άσπρο Παληό folkswagen. Έμενε συχνά από βενζίνη. Πόσα χιλιόμετρα νά σώσει μέ δέκα ευρώ. Φορτωμένο ισαμε τά μπούνια φρέσκες λειτουργιές, μπάμιες, μελιτζάνες, φασόλια, ρεβύθια νά τά μοιράζει βράδυ πάντα, σ´αυτούς πού πείναγαν τά παιδιά κι η φαμίλια ολάκερη.

• Όσο νά πείς πέρασε κι αυτό σά μιά κακιά είδηση. Ο κοσμάκης εθίστηκε στό κακό τού διπλανού του. Καρτερικά περιμένει καί τή σειρά του.
Κάποιοι πού διαβάζουνε εφημερίδες κι ακούνε ράδιο στά ξένα είπανε οτι αυτείνοι οι Τουρκοσπορίτες πού δέσανε τό Γούμενο, μαζωχτήκανε ξέμπαρκοι αλλά αρματωμένοι, σά τούς άνοιξε τή πόρτα καί τά σύνορα ένας πολιτικός πού τώρα κάνει τό κουμάντο στό Γκουβέρνο μας. Ποιός νά τό ξέρει. Σά σέ βαρεί τ´αστροπελεκι κατακούτελα βοδώνεις νά δείς πούθε κι από ποιόνα στάλθηκε τό πεσκέσι;
Ακόμα λένε, μά κοίτα τί κάμουνε τά γράμματα, ότι αυτείνοι πού κάνουνε τώρα τό κουμάντο μας, κάθονται σέ κάτι μεγάλα τραπέζα, σέ μιά λέσχη τού Bildenberg, κι έχουνε ξοπίσω τους ταμπέλες: G7, G8, G 20 καί μοιάζουνε χορτασμένοι. Μά πάλε τί νά φοβώνται νοικοκυραίοι αθρώποι. Χωροφυλάκοι τούς πάνε, Χωροφυλάκοι τους μαζώνουνε. Σέ μαύρες αστραφτερές κούρσες. Κάθε χρόνο ρίχνουνε στή κληρωτίδα τά ονόματα τών εδικόνε μας. Πού καμαρώνουνε σά γύφτικα σκεπάρνια σέ βδομαδαίες φωτογραφίες. Διπλα από κάτι κυρίες κι αξιότιμους αρχοντάδες. Πού ρίχνουνε τή τράπουλα ποιός θά ξενητευτεί, ποιος θά πεινάσει ,μά καί ποιός θά μπορέσει. Η σημαδεμένη τράπουλα σέρνει Μνημόνια, διαόλια καί τριβόλια καθώς καί τής Παλαβής τό κόπανο. Οι βδομαδαίες φωτογραφίες φέρνουνε στό μυαλό τήν εικόνα από ´κεινη τή Λιονταρίνα πού γρυλίζει βαστώντας στά κοφτερά δόντια μιά λιπόσαρκη γαζέλα. Ολους εμάς. Σήμερα εσύ κι ΑΎΡΙΟ εγώ.

• Αυτά τά θλιβερά κι απίστομα συμβάντα ακούνε τώρα οι χωριανοί στό Παληό Καφενέ τού Μπαρμα Θανάση, στή μικρή Πλατέα.
Κι όλοι θέλουνε νά πέσουνε στά όνειρα καί τίς παλιές γνώριμες εικόνες. Μέ γελαστούς αγρότες νά πουλάνε τή σοδειά τους στό Μπεφάνη, τόν έμπορο πού σεβότανε τό μόχτο τής σοδειάς τους καί δέν έκλεβε στό ζύγι. Τότες πού τά βράδυα, σά κόπαζε η λαύρα και τά τρελά τζιτζίκια καθόντουσαν στή ταβέρνα τού Περίχαρου καί τού Φαρούκ νά πιούνε ένα καρτούτσο από τά ροζιασμένα κι ασβεστωμένα ξύλινα βαρέλια. Αδελφωμένοι κάτω από τόν ίδιο ξάστερο ουρανό καί τή κοινή τους μοίρα. Δίπλα από τόν Αη Σώστη, ο Μπεφάνης κι ο μποστατζής ο Δυσάργυρος.

• Όσο γιά κείνο τό χτικιάρικο λιγνό αγόρι, εξηντάρισε, μυαλό δέν έβαλε νά νειρεύεται ακόμα εκείνο τό μπουκέτο μέ τά φρέσκα αγριολούλουδα πού δέ πρόκαμε νά χαρίσει στήν αγαπημένη του. Τή κόρη τού γιατρού πού μεγάλοπιάστηκε στά ξένα. Μέ τά πολιτικά δέ ανακατώθηκε ,όσοι κοντινοί του τώρα τούς βαρούνε τή πόρτα κάτι Εισαγγελέοι από τή Κρήτη. Κάποιοι άλλοι κάθονται πάνω σέ κλεμμένες σοδειές.

• Κρατεί ωστόσο ακόμα τό τσαλακωμένο σημείωμα :«Απόψε τό βράδυ στις εφτά, στό εικονοστάσι, στις πηγές των Χαρίτων.
Ρέ πώς τά φέρνει η ζωή κι η μοίρα τού καθενός, στή σκλαβωμένη Πατρίδα.»

Τάσος Βούτσας
Baden CH

Δεν υπάρχουν σχόλια: