Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Από τον «Ριζοσπάστη» και το μπαλέτο στα δάκρυα για το Μεγάλο Κανάλι

Δημήτρης Παγαδάκης
Το τελευταίο δελτίο και το τελευταίο δάκρυ on air που συνόδευσε την οικειοθελή αποχώρηση της μακροβιότερης παρουσιάστριας του MEGA - Ο απολογισμός μιας 40χρονης πορείας στο ναρκοπέδιο της είδησης και τα νέα σχέδια για το μέλλονη έξοδος από ένα δημόσιο βήμα στο οποίο άφησε ανεξίτηλο επί μία περίπου δεκαετία το δικό της αποτύπωμα, δεν είναι μια τυπική διαδικασία, απαλή σαν βελούδινο διαζύγιο. Είναι μια απόσπαση από πολυετείς δεσμούς, προσωπικές σχέσεις, κοινούς στόχους. Ολα όσα καλλιεργήθηκαν και ρίζωσαν για την προετοιμασία και την παρουσίαση ενός δελτίου ειδήσεων που επί οκτώ συναπτά χρόνια βρισκόταν σταθερά στην πρώτη θέση των επιλογών και των προτιμήσεων των τηλεθεατών.

Η αλήθεια είναι ότι από τον περασμένο Δεκέμβριο η κραταιά ενημερωτική ναυαρχίδα του καναλιού είχε αρχίσει να μπάζει νερά, καθώς υποχωρούσε βαθμιαία στη δεύτερη θέση της τηλεθέασης. Η παρουσίαση των ειδήσεων, χωρίς να είναι διεκπεραιωτική, έδειχνε ότι πλέον είχε χάσει τον βηματισμό της. Γεγονός που μάλλον αποδείκνυε την απώλεια επαφής με τη μεταλλασσόμενη εποχή. Η ειδησεογραφική διαχείριση της εγχώριας πολιτικής ατζέντας που έφτανε από το ύψος της τηλεοπτικής οθόνης στο τυπικό σαλονάκι του μέσου Ελληνα δεν είχε τον παλμό που άλλοτε τον κρατούσε σε εγρήγορση. Παράλληλα η παραδοσιακή οπτική σχέση συγκατάβασης μεταξύ στερεότυπα έγκυρης ενημέρωσης και ζορισμένου κοινού σταδιακά ράγιζε. Η ροπή μερίδας του τηλεοπτικού κοινού προς κάτι πιο ανάλαφρο, εύπεπτο, απρόβλεπτα αποστασιοποιημένο από τις απειλητικές επτά πληγές του Φαραώ που εξαπολύονταν κατά ριπάς από την οθόνη προς τον καναπέ του τρομαγμένου τηλεθεατή σταδιακά μετατρεπόταν σε έφεση. Υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης, άλλωστε, εξανεμιζόταν και η παλαιότερη ιδιότυπη σαγήνη του δελτίου των 8 που συγκέντρωνε μπροστά στο τηλεοπτικό γυαλί ισχυρούς και φτωχοδιάβολους, ελίτ και φουκαράδες, δρώντες και σκεπτόμενους, όλους ζυγισμένους μες στον σύγχρονο πραγματισμό της ενημέρωσης.
Σε αυτό το διαμορφωμένο σκηνικό, η άλλοτε δοκιμασμένη με επιτυχία συνταγή των ειδήσεων του Μεγάλου Καναλιού γινόταν φανερό ότι δεν λειτουργούσε πλέον ικανοποιητικά, καθώς επιπλέον του αποδιδόταν μνημονιακός προσανατολισμός. Ολοι όσοι γνωρίζουν τους παρασκηνιακούς ψιθύρους στους διαδρόμους του καναλιού της Μεσογείων κάνουν λόγο για το ότι η Ολγα Τρέμη είχε από καιρού αντιληφθεί ότι η σχετικά μονοδιάστατη παρουσίαση των ειδήσεων υπό τροϊκανό παρονομαστή ζημίωνε τις τηλεθεάσεις, έφθειρε το δελτίο σε συνδυασμό με την τριβή ολίσθησης της δικής της εικόνας. Λέγεται ότι είχε φέρει αντιρρήσεις για τον τρόπο παρουσίασης, αλλά δεν εισακούστηκε. Αντίθετα, εικάζεται ότι από πλευράς καναλιού επιχειρείτο διοχέτευση δημοσιευμάτων που την ήθελαν υπό δυσμένεια, κρίση ή αντικατάσταση, αποδίδοντάς της ατομικές ευθύνες για τις χαμηλότερες τηλεθεάσεις. Στο ασφυκτικό αυτό πλαίσιο, θα μπορούσε να ενστερνιστεί την άποψη που θέλει «καμιά νιφάδα να αισθάνεται ένοχη μέσα στη χιονοστιβάδα». Ωστόσο, η αποκαλούμενη «σιδηρά κυρία της ενημέρωσης» ανέσυρε περισσεύματα ευαισθησίας και υπερβάλλουσας υπευθυνότητας προτιμώντας το «κάτι πρέπει να κάνω» που λύνει άμεσα προβλήματα, από το «κάτι πρέπει να γίνει» που τα διαιωνίζει μέχρι πλήρους εξάντλησης. Με αυτό τον γνώμονα η έμπειρη και επιτυχημένη anchor woman παραιτήθηκε αξιοπρεπώς αποφεύγοντας ενδεχόμενη θυματοποίηση.



Η δημοσιογραφική της εκκίνηση γίνεται από τον «Ριζοσπάστη», με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του δημοσιογραφικού του οργάνου τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είναι ένα κομψό, ευγενικό νεαρό κορίτσι, βαθιά πολιτικοποιημένο και αρκετά ιδεολογικά καταρτισμένο. Το αντικείμενο δεν της είναι εντελώς άγνωστο. Οργανωμένη επί χούντας στο φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα, έχει έρθει σε επαφή με τη δημοσιογραφία υπό αντίξοες συνθήκες. Εχει αναλάβει, τότε, υπό συνθήκες περιφρουρούμενης μυστικότητας κάτω από την απειλή της σύλληψης από το αμείλικτο στρατιωτικό καθεστώς, την ενημέρωση των εγχώριων συντακτών των εφημερίδων, σαν τον Μηνά Παπάζογλου από τα «Νέα» και τον Κώστα Παπαϊωάννου από την «Απογευματινή», για τις διεκδικήσεις του φοιτητικού κινήματος και τις δημοκρατικές δράσεις της «Πανσπουδαστικής», του εντύπου της φοιτητικής οργάνωσης που ανήκει. Ερχεται παράλληλα σε επαφή με τους ξένους ανταποκριτές και τα media του εξωτερικού, προωθώντας τους ειδήσεις για τις αντιχουντικές δραστηριότητες. Τη βοηθούν τα εφόδια της παιδείας της, ο άψογος χειρισμός των ξένων γλωσσών, η δομημένη σκέψη της, προϊόν πολλαπλής ανάγνωσης, και η καλή γνώση των οικονομικών που έχει αποκομίσει από τις σπουδές της στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Αθήνας. Οι τελευταίες θα της φανούν προνομιακά πολύτιμες πολύ αργότερα, όταν το δελτίο του MEGA θα διαβεί βαθμιαία τον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα των ειδήσεών του, περνώντας τον σε μια διευρυμένη οικονομική διάσταση. Τότε, όμως, είναι πολύ νωρίς για να ψηλαφίσει το μέλλον της στη δημοσιογραφία. Πόσο μάλλον να το φανταστεί σε ένα ιδιωτικό κανάλι στη μεταπολιτευτική Ελλάδα των δύο κρατικών τηλεοπτικών σταθμών. Εξάλλου, με το δέος του νεοπροσήλυτου στο επάγγελμα, από το πενιχρό δημοσιογραφικά περιβάλλον του «Ριζοσπάστη» στην περίοδο της επανόδου της δημοκρατίας το 1974, η απόσταση έως τον όροφο των γραφείων μιας άλλης προοδευτικής εφημερίδας φαντάζει για εκείνη δυσθεώρητη. Μετά από πολλούς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις παίρνει την απόφαση να διερευνήσει τη δημοσιογραφική συνέχεια της καριέρας της έξω από το κουτί των ιδεολογικών δεσμεύσεων και των κομματικών περιορισμών. Εχει ήδη συνειδητοποιήσει ότι η άσκηση της δημοσιογραφίας δεν έχει ψηλούς μαντρότοιχους και χαμηλά ταβάνια. Πιθανώς, όπως ακριβώς και οι επαγγελματικές, σε υγιές πλαίσιο, φιλοδοξίες της. Το επόμενο βήμα της την οδηγεί σε ένα πιο πολύπλευρο και πολυσυλλεκτικό περιβάλλον καθημερινής δουλειάς.


«Γεια σας, σύντροφοι»

Στην «Ελευθεροτυπία» ψήνεται με την τριβή στα διεθνή θέματα μέσα σε ένα σύνολο που μοιράζονται οι επιβαρύνσεις, ενώ αρχίζει να αντιλαμβάνεται, δίχως να κατατρύχεται από άγχος, ότι η εργασιακή κινητικότητα δεν είναι ντροπή. Παραμερίζει την έμφυτη συστολή της και επιχειρεί μέσω μιας συμμαθήτριάς της που γνωρίζει τον τότε διευθυντή του «Κυριακάτικου Βήματος» ένα επαγγελματικό ραντεβού μαζί του. Πιστεύει ότι η συγκεκριμένη εφημερίδα αντιπροσωπεύει ό,τι πιο κοντινότερο δημοσιογραφικά σε έγκυρη δημοκρατική εφημερίδα του εξωτερικού. Ο Ρωμαίος τη δέχεται και την προσλαμβάνει. Εργάζεται εκεί αλλά οι ελπίδες της ότι το έντυπο θα γίνει κάτι σαν τη «Repubblica» ή τη «Monde», όπως ονειρευόταν και ο εκδότης του Χρήστος Λαμπράκης, δεν ευοδώνονται. Αναπόφευκτα ούτε η ίδια γίνεται σαν τη διευθύντρια της γαλλικής εφημερίδας Ναταλί Νουγκερέντ, αλλά δεν απογοητεύεται. Πολύ αργότερα, βέβαια, θα τη συγκρίνουν με τηλεοπτικές περσόνες σαν την Αν Σινκλέρ του TF1 ή, πολύ αργότερα, την Αν Κάρι του NBC Dateline. Τότε είναι επικεντρωμένη στην πένα που σκαλίζει δημιουργικά πάνω στο χαρτί της εφημερίδας.


Η Ολγα Τρέμη με τον σύζυγό της χειρουργό ιατρό Νίκο Νικητέα

Ο επόμενος σταθμός κατά έναν απρόσμενο τρόπο πάντως είναι στην άλλη πολιτική πλευρά, ο τότε κραταιός «Ελεύθερος Τύπος». Εκεί ο τότε διευθυντής του Χρήστος Πασαλάρης της αναθέτει το ρεπορτάζ της Ν.Δ. και ειδικότερα την παρακολούθηση του πολιτικού συμβουλίου, το οποίο είχε ως μόνο καθήκον να υπονομεύει τον αρχηγό του κόμματος Ευάγγελο Αβέρωφ. Η ανάθεση της συγκεκριμένης δουλειάς κάπου κοντράρει με τις αριστερές της πεποιθήσεις, αλλά πλέον δείχνει να μην την ενοχλεί.
Η Ολγα έχει γίνει «επαγγελματίας», με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, και θα παραμείνει ως το τέλος «επαγγελματίας», ακόμη κι αν αυτό σημαίνει τελικά ταύτιση για την κοινή γνώμη με ένα υπερκατεστημένο συμφερόντων που στις μέρες μας κατέστη ιδιαίτερα απωθητικό. Κι αυτό το πλήρωσε εν γνώσει της και με τη σειρά της πληρώθηκε για όσο καιρό άξιζε τα λεφτά της. Μετά οι εποχές άλλαξαν.


Επιστροφή στις δεκαετίες του ’80 και του ’90

Στο περιβάλλον πάντως του νέου της δημοσιογραφικού αντικειμένου στον «Ε.Τ.», άγνωστη μεταξύ αγνώστων πολιτικών, δεν την καλοδέχονται. Αλλοι της λένε «δεν σε βλέπω να τα καταφέρνεις γιατί παραείσαι διανοούμενη» και άλλοι την αποδέχονται με εκμυστηρεύσεις του στυλ «εγώ πάω να παίξω πόκερ και άσε τον Αβέρωφ να ξυρίζεται». Σε αυτό το αμήχανο κλίμα, ανάμεσα σε σχετική απαξίωση και απόλυτη εμπιστοσύνη, αναδύεται η φύση της ως πολιτικού όντος για να υπηρετήσει συστηματικά τις όποιες αρετές του ρεπορτάζ, πότε στην εφημερίδα «Εθνος» και πότε στους ρ/σ Flash και Αθήνα 9,84. Δεν χρειάζεται πλέον να ψηλαφίσει τη διαύγεια στον βυθό του παραλογισμού των ερμητικών περιχαρακώσεων. Ακολουθεί τον δικό της δρόμο, τη δική της έκφραση της αλήθειας και, για να λέμε τα πράγματα όπως έχουν, τους προσωπικούς της στόχους. Σε όλα τα επίπεδα με όλα τα πολύπλευρα όπλα που διαθέτει επαγγελματικά. Είναι ό,τι πρέπει για την τηλεόραση, αλλά δεν έχει φτάσει ακόμα η κατάλληλη στιγμή.


Συγκινημένη στην αποφώνηση του τελευταίου της δελτίου το βράδυ της Παρασκευής

Γεννημένη στην Αθήνα και μεγαλωμένη στη Φωκίωνος Νέγρη, έχει από μικρό κορίτσι συμπυκνώσει έναν κώδικα αξιών στον πυρήνα της αγωγής, της παιδείας και του πολιτισμού που της πρόσφερε γενναιόδωρα ένα αρμονικό οικογενειακό περιβάλλον. Σε ένα αστικό σπίτι με βαρυφορτωμένες βιβλιοθήκες και στοιβαγμένα ιδανικά αξιοπρέπειας, σεβασμού, δικαιοσύνης και εντιμότητας, δεν ένιωσε ποτέ δέσμια ενός εξόφθαλμου διδακτισμού και ενός περίκλειστου μανιχαϊσμού που εμπόδιζε την ανάδειξη των ταλέντων της. Οι γονείς της γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον Αμπελώνα Λάρισας, νυν διοικητικής αρμοδιότητας Τυρνάβου, όπου έχει απομείνει πλέον η γειτονιά των προγόνων της, την οποία ακόμα οι ντόπιοι αποκαλούν «ο μαχαλάς του Τρέμη». Ο πατέρας της, Γιώργος, με καταγωγή από τη Σαμαρίνα, και η μητέρα της, Θώδα, ερωτευμένοι από τα παιδικά τους χρόνια άρπαξαν την ευκαιρία να μετακομίσουν στην Αθήνα, όταν τόσο ο πατέρας της όσο και ο αδελφός της μητέρας της μπήκαν ως φοιτητές στην Ιατρική. Μαζί τους ξεκουβάλησαν στην πρωτεύουσα και οι οικογένειες των παππούδων της, οι οποίοι ήταν δάσκαλοι και μεγαλοκτηματίες.
Στο σπίτι του γιατρού πατέρα και της περιποιητικής μητέρας η Ολγα μαζί με την κατά τέσσερα χρόνια μικρότερη αδελφή της Χριστίνα διένυσαν τα αγλαϊσμένα χρόνια της εφηβείας και της πρώιμης νιότης όπου οι προσδοκίες έμπλεκαν με τις ευαισθησίες και η αυτογνωσία με την αλληλοκατανόηση. Σύμφωνα με τη διαδομένη εκπαιδευτική αντίληψη της εποχής, η Ολγα πήγε σε δημόσιο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς και γυμνάσιο στην ιδιωτική ελληνογαλλική σχολή Saint Joseph με καθηγητές-παιδαγωγούς τις ιεραποστολικές αδελφές της «Ιερής Καρδιάς». Εκεί, στο «σχολείο των καλογριών», ξεδίπλωσε τα ταλέντα της και επιδόθηκε στην υπερβολική, σχεδόν εμμονική ανάγνωση βιβλίων, χάριν επιδόσεων αλλά και απόλαυσης. Και βέβαια εντρύφησε στη γαλλική γλώσσα, για να εκπλήξει ευχάριστα πολύ αργότερα με την άψογη χρήση της τον Φρανσουά Ολάντ και το επιτελείο του κατά τη διάρκεια συνέντευξης που του πήρε στο επιβλητικό Ελιζέ, σε μια εκπομπή που παρακολούθησαν σχεδόν ένα εκατομμύριο Ελληνες. Ολοι όσοι, όμως, γνωρίζουν την Ολγα Τρέμη, αποδίδουν σήμερα τη λατρεία της προς τα εικαστικά, τον πολιτισμό και την παρακολούθηση του χρηματιστηρίου των έργων τέχνης στα ερεθίσματα της προτροπής εκείνου του σχολείου στην προσέγγιση της γαλλικής τέχνης.

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: